ἑρπηστής

ἑρπηστής
guinea-worm
masc nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερπηστής — ο (Α ἑρπηστής) [έρπω] νεοελλ. γένος σαρκοφάγων θηλαστικών τής οικογένειας τών βιβεριδών, μαγκούστα αρχ. 1. το ερπετό 2. «ἑρπηστής μῡς» το ποντίκι 3. νηματόζωο τής Μεδίνης 4. ως επίθ. αυτός που έρπει …   Dictionary of Greek

  • ἑρπησταῖς — ἑρπηστής guinea worm masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρπησταί — ἑρπηστής guinea worm masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρπηστοῦ — ἑρπηστής guinea worm masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρπηστᾶο — ἑρπηστής guinea worm masc gen sg (epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρπηστήν — ἑρπηστής guinea worm masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρπηστῶν — ἑρπηστής guinea worm masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρπηστάν — ἑρπηστά̱ν , ἑρπηστής guinea worm masc acc sg (epic doric aeolic) ἑρπηστής guinea worm masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρπηστάς — ἑρπηστά̱ς , ἑρπηστής guinea worm masc acc pl ἑρπηστά̱ς , ἑρπηστής guinea worm masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έρπω — και σέρπω (Α ἕρπω) προχωρώ σερνόμενος με την κοιλιά πάνω στο έδαφος ή στηριζόμενος στα χέρια και στα γόνατα νεοελλ. 1. ταπεινώνομαι μπροστά σε ισχυρούς, φέρομαι δουλικά, τούς κολακεύω χαμερπώς για να επιτύχω ιδιοτελείς σκοπούς 2. (για φύλλα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.